Με το πρώτο φως…


Μια μέρα ξεκίνησε πάλι στον ορίζοντα. Το φως άρχισε να χαράζει πάλι ανάμεσα από τις γρίλιες του σκοτεινού δωματίου και κάτω από τις αδύναμες φωτεινές ακτίνες άρχισαν να αχνοφαίνονται τα περιγράμματα των αντικειμένων. Από την ανάσα του καταλάβαινε ότι κοιμόταν ακόμα. Παραδομένος στα όνειρα, ξεκούραζε σώμα και ψυχή, πριν ξαναβγεί στον αγώνα της ζωής για άλλη μια μέρα. Τον αγαπούσε και προσπαθούσε να κρατά ακόμα και την ανάσα της για να μην τον ξυπνήσει και διαταράξει αυτή τη διαδικασία της αναγέννησης. Περίμενε στωικά τη στιγμή που θα άρχιζε να ξυπνά για να τον πάρει μια αγκαλιά, να νιώσει τη ζέστη του κορμιού του, να τον κοιτάξει και να φωτιστεί το πρόσωπό της. Ήταν άγρυπνη. Σκεφτόταν όλο το βράδυ πώς γίνεται να την αγαπά, όπως της έλεγε, αλλά ταυτόχρονα να της συμπεριφέρεται σαν να την μισεί. Ήξερε πως κάποιες στιγμές φαινόταν στα μάτια του σαν άλλη μια γυναίκα, το είδος που τον είχε πληγώσει και του είχε συμπεριφερθεί βάναυσα. Έπρεπε κι αυτή να πληρώσει το μερίδιο της ευθύνης του φύλου της. Το είχε αποδεχτεί και προσπαθούσε να το κατανοήσει κάθε φορά που έβλεπε το μίσος στα μάτια του και το άκουγε στον τόνο της φωνής του. Όσο και να το κατανοούσε όμως, κάθε φορά που αυτό συνέβαινε την καταρράκωνε. Την έκανε να αισθάνεται σαν ένα άψυχο αντικείμενο παρατημένο στο πάτωμα και το μόνο που ζητούσε ήταν να ανοίξει μια γωνία, μια κρυφή πόρτα, μια ρωγμή στο πάτωμα και να την καταπιεί.
Ένα ξαφνικό κούνημα την απέσπασε από τις σκέψεις της καθώς εκείνος άρχισε να ξυπνά και να τεντώνεται. «Καλημέρα» της είπε και σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Καλημέρα» ανταπάντησε εκείνη και σηκώθηκε για να ξεκινήσουν άλλη μια μέρα μαζί. 

Αρρώστια - Η πνοή του Θανάτου

Είχε πάει για άλλη μια φορά να δει τους γονείς του. Ήταν και οι δύο βαριά άρρωστοι,  μα η μάνα του περισσότερο. Άνοιξε την πόρτα και κοίταξε τον πατέρα του. Ήταν ότι είχε απομείνει από αυτόν.  Μέσα σε τρεις μήνες είχε χάσει 20 κιλά και φαινόταν 15 χρόνια μεγαλύτερος. Το βλέμμα του ικετευτικό, για να τον λυπάσαι. Ήξερε ότι έχει την αρρώστια  μέσα του σε δύο σημεία. Η αποτυχία της εγχείρησης του  άφησε  ένα παράσημο που έπρεπε αλλά αδυνατούσε να αλλάζει δύο φορές την ημέρα όταν γέμιζε.

Μα περισσότερο από όλα τον πείραζε η σκέψη ότι η γυναίκα του θα πεθάνει πρώτη. Εκείνη καθόταν σε μια καρέκλα γερμένη προς τα πίσω. Είχε φουσκωμένη κοιλιά λόγω δυσλειτουργίας του συκωτιού, πόδια διπλάσια από τα κανονικά. Το κίτρινο δέρμα στο πρόσωπο της δεν είχε πια υποψία κρέατος και λίπους.  Μόνο δέρμα  κόκαλα και δυο μάτια να δείχνουν σβηστά από ζωή. Σβηστά από ελπίδα. Καρφωμένα στο τέλος που ολοένα πλησιάζει 

"Θέλω να με αγαπάς γιε μου"  του είπε κλαίγοντας  Ήταν κάτι που έλεγε συχνά στο παρελθόν μα τώρα είχε ιδιαίτερη σημασία. "Μπορεί σε λίγο να μην ζω". Μάζεψε τις δυνάμεις του για να δείξει σταθερή φωνή. "Σταμάτα να λες βλακείες. Ξέρεις ότι θα τα καταφέρεις. Σε χρειαζόμαστε". Σηκώθηκε, μάζεψε τα πράγματα του και άνοιξε την πόρτα του σπιτιού για να φύγει, μια πόρτα που θα πέρναγε δυο φορές στους επόμενους τρεις μήνες η κρύα πνοή του θανάτου... 

Η στιγμή της Αλήθειας - Απιστία

Ήξερε  ο Γιώργος ότι από καιρό κάτι συνέβαινε με αυτόν την γυναίκα του. Τελευταία δεν ήταν τα πράγματα όπως παλιά. Μια παγωμάρα συνόδευε το σπιτικό του. Μια θλίψη και μια σκληρότητα υπήρχε στην ατμόσϕαιρα. Ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό του να ελέγξει την γυναίκα του σε οτιδήποτε. Πίστευε στην αμοιβαία εμπιστοσύνη. Η εμπιστοσύνη όμως είχε χαθεί μαζί με την αγάπη. Έτσι αποϕάσισε να κοιτάξει τον λογαριασμό του κινητού της. Πόσο πολλά  που ήταν αλήθεια τα μηνύματα προς ένα συγκεκριμένο αριθμό. Περίεργο γιατί είχε και γυναικείο όνομα. Ποια καινούργια άγνωστη φίλη ήταν αυτή που δικαιολογούσε τόσα πολλά μηνύματα και κλήσεις, ακόμα και στις δυο την νύχτα; Το μυαλό του άρχισε να θολώνει. Δεν πίστευε στα μάτια του.  Άκουγε διάϕορες ιστορίες από τους ϕίλους του, αλλά ποτέ δεν πίστευε ότι θα συμβεί και σε αυτόν. Άλλωστε η απιστία, το διαζύγιο και το αυτοκινητιστικό δυστύχημα πάντα συμβαίνουν στους άλλους, ποτέ σε μας. Σήκωσε με δυσκολία το ακουστικό και πήρε το συγκεκριμένο νούμερο. Είχε μια τελευταία ελπίδα ότι είναι κάτι άλλο. Έσβησε όμως η ελπίδα και αυτός μαζί της όταν άκουσε να απαντάει αντρική ϕωνή. Έκλεισε το  τηλέϕωνο γιατί η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Τα μηνίγγια του χτυπάγανε δυνατά και άρχισε να ζαλίζεται. Νόμιζε ότι θα πεθάνει εκεί, στο γραϕείο. Όμως έζησε και όσος καιρός και αν περάσει ποτέ δεν θα ξεχάσει εκείνη την στιγμή. Την στιγμή της αλήθειας….

Pitbull rapper

Πόσο θα ήθελα, έστω και για λίγο, να ζούσα μέσα σε ένα βίντεο κλιπ και να είμαι rapper σε ένα μουσικό τραγούδι. Να έχω μεγάλα μαύρα γυαλιά που να ϕιλτράρουν την αρρωστημένη ατμόσϕαιρα του κόσμου τούτου. Να είμαι περιτριγυρισμένος από όμορϕες γυναίκες που κουνάνε το κορμί τους ρυθμικά και όχι εγωκεντρικά από τα  σπασμένα νεύρα τους και τις απαιτήσεις να έχεις τα ίδια θέλω με τα δικά τους. Να χοροπηδάω με ανεμελιά μετακινώντας τους ώμους μου μια από την μια και μια από την άλλη κουνώντας τα χέρια μου με τον ρυθμό της rap και όχι να τα έχω δεμένα από το ζουρλομανδύα της σύγχρονης εποχής. Να έχω κρεμασμένα πάνω στο λαιμό μου βαριά κοσμήματα και αλυσίδες. Καλύτερα οι αλυσίδες να είναι στο λαιμό ως κόσμημα παρά να τις έχεις στα πόδια κουβαλώντας ένα βάρος επειδή κάποιοι το θέλησαν. Να μιλάω και να ακούω λόγια γεμάτα νόημα για τα προβλήματα και τις εμπειρίες των ανθρώπων και όχι ανούσιες χιλιοειπωμένες κουβέντες. Αλήθεια, πόσο θα ήθελα....

Φόρος τιμής

Έλεγες σε όλη σου τη ζωή ότι θα πεθάνεις όρθιος, δείχνοντας με τον αντίχειρα προς τα πάνω, μα τελικά δεν τα κατάφερες, γιατί η ζωή είναι απρόβλεπτη. Αθεράπευτος λάτρης της ζωής έζησες έντονα τις όμορφες και τις άσχημες στιγμές της. Εκεί που οι άλλοι ζητούσαν ασφάλεια εσύ μέχρι το τέλος ζούσες στην κόψη του ξυραφιού, απλά γιατί άντεχες.
Όποιος είχε την τύχη να αγγίξει την αύρα σου κατάλαβε ότι ήσουν ξεχωριστός. Για αυτό και ήρθε στην κηδεία σου τόσος κόσμος που σε ήξερε από λίγο μέχρι πάρα πολύ. Γιατί σε κάθε στάδιο της ζωής σου δεν έπαψες να είσαι ανθρωπιστής, αλτρουιστής και να θέλεις να βοηθάς τους άλλους ειλικρινά, δίνοντας τις συμβουλές σου πάντα για το καλύτερο. Τα μεγάλα πάθη σου αρκετές φορές πλήγωσαν τα παιδιά σου . Κάποιες φορές τα έβαζες με την τύχη, μα στάθηκες τυχερός τις τελευταίες σου στιγμές, γιατί πρόλαβες να ζητήσεις συγχώρεση από αυτά και να εξιλεωθείς για πάντα.
Η γήινη απουσία σου είναι ένα επεισόδιο στην αιωνιότητα της ζωής. Γιατί όμως άραγε είναι τόσο έντονη αυτή η απουσία; Γιατί σε φέρνουμε στην μνήμη μας τόσο συχνά; Κάθε φορά που προσπαθώ να ρουφήξω την στιγμή, θυμάμαι την αγαπημένη σου φράση ''Όλοι θα πεθάνουμε. Το θέμα είναι πόσοι από εμάς είναι ζωντανοί τώρα'' Και προσπαθώ και εγώ από τότε που έφυγες να είμαι ''ζωντανός''.
Θυμάμαι επίσης το χαρτάκι που είχες κολλήσει στην εξώπορτα του σπιτιού. ''Η σειρήνα μου είπε ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα'' Ήταν αυτό που διάβαζες κάθε μέρα και σου έδινε την δύναμη και την αισιοδοξία να δουλεύεις μέχρι τα εβδομήντατέσσερα, μέχρι το τέλος. Και όντως τα πράγματα πήγανε καλύτερα, γιατί έφυγες για να συναντήσεις την γυναίκα σου και να ηρεμήσεις δικαιωματικά πια από την πολύκροτη ζωή σου. Τελικά η σειρήνα ίσως είχε δίκιο...

Χειμερινή Κολύμβηση

Πριν Καλά καλά ανοίξει τα μάτια του άνοιξε το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας για να δει τι καιρό κάνει. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Το γνώριζε από την προηγούμενη μέρα κοιτάζοντας τον καιρό στο ίντερνετ. Μα εκείνο που τον ενδιέφερε είναι να δει πως κουνιούνται οι φυλλωσιές των δέντρων για να δει πόσο αέρα είχε ελπίζοντας να είναι μικρότερης έντασης από αυτόν που είχε διαβάσει.

Πήρε την τσάντα του και κατέβηκε να πάει στο αμάξι. Η πυλωτή πάντα έχει περισσότερο κρύο και ακόμα περισσότερο αέρα από τον κανονικό αποκαρδιώνοντας τον. «Που πάω ρε γαμώτο» σκέφτηκε. Μπήκε μέσα στο αμάξι μισοκοιμισμένος ακόμα. Το σκοτάδι επέμενε πεισματικά εμποδίζοντας την μέρα να έρθει. Στην διαδρομή σε κάποιο σημείο ψιχάλισε.

Καθώς έφτασε στην παράλια βγήκε από το αμάξι και το κρύο του διαπέρασε το κεφάλι. Άφησε τα πράγματα στην καμπίνα και χωρίς να βγάλει το μπουφάν άρχισε να τρέχει πάνω κάτω στην παράλια σε μια υστάτη προσπάθεια για να ζεσταθεί. Τα κύματα άφριζαν και ξεφούσκωναν γλείφοντας τις πατούσες του. Τα παρομοίαζε με τις δυσκολίες της ζωής. Την μια φουσκώνουν και έρχονται ορμητικά πάνω σου και την άλλη φεύγουν ξαφνικά με την πάροδο του χρόνου και το μόνο που μένει είναι η ανάμνηση του αφρού που δημιούργησαν. Γυρνώντας αριστερά το κεφάλι του στην θάλασσα είδε τον ήλιο να ανατέλλει σιγά σιγά μέσα στο βάθος της χρωματίζοντας τον ορίζοντα. Ήταν ένα μοναδικό θέαμα που τον άφησε έκπληκτο δίνοντας του κουράγιο και απομακρύνοντας κάθε ενδοιασμό που είχε ως τώρα για να βουτήξει. Είχε πλέον προθερμανθεί αρκετά και τώρα είχε περισσότερο θάρρος. Κατευθύνθηκε προς την τσάντα του και με γρήγορες κινήσεις γδύθηκε βιαστικά και φόρεσε το μαγιό του.

Η τελική ευθεία είχε αρχίσει. Ήξερε ότι δεν μπορούσε να κάνει πια πίσω. Δέχθηκε τα στοιχειά της φύσης πάνω του θαρραλέα, με πλήρη έλλειψη κακομοιριάς. Ήξερε ότι είναι καλύτερα να πέσει γρήγορα στην θάλασσα για να μην του φανεί η διάφορα. Έβαλε τις πατούσες στο παγωμένο νερό προχωρώντας με γρήγορα βήματα μέχρι το νερό της θάλασσας να φτάσει την μέση του. Κοντοστάθηκε λίγο και πασάλειψε τους ωμούς και το στήθος του με το παγωμένο νερό αφήνοντας ένα αγκομαχητό. Ύστερα βύθισε αργά το υπόλοιπο σώμα του μέσα. Άρχισε να νιώθει χιλιάδες τσιμπήματα ειδικά στο πάνω μέρος του σώματος του. Ξεκίνησε να κάνει ύπτιο και ο πόνος που αισθάνθηκε στο κεφάλι του του θύμισε την αντίστοιχη αίσθηση της παρατεταμένης επαφής του πάγου στο δέρμα. Άλλαξε σε εμπρόσθιο καθώς ο πόνος δυνάμωνε. Τώρα ο πόνος μεταφέρθηκε στο μέτωπο στα μάγουλα, στα μάτια αναγκάζοντας τον σε τακτά διαστήματα να βγάζει το κεφάλι του έξω από το νερό. Κοίταξε το ρολόι. Πέντε λεπτά είχαν περάσει μόνο άλλα του είχαν φανεί πολύ περισσότερα. Ξέρει όμως ότι όπως συνήθισε το σώμα έτσι θα συνηθίσει και το κεφάλι στο παγωμένο νερό.

Οι συνεχόμενες βουτιές θα τον βοηθούσαν σε αυτό. Παρατήρησε τα ψάρια γύρω του. Αλλά βρισκόντουσαν στον βυθό και σκάλιζαν την άμμο για να βρουν τροφή και άλλα κινούνταν σε κοπάδια προς την ίδια κατεύθυνση. Πόσο μαγευτικές ήταν οι αντανακλάσεις του ηλίου στον βυθό της θάλασσας. Πόσο όμορφα που ήταν μέσα στον βυθό. Μακριά από τις αναταράξεις της επιφάνειας, μακριά από τις φουρτούνες της ζωής. Έβγαλε το κεφάλι στην επιφάνεια κοιτάζοντας το χνώτο του που άχνιζε στον αέρα. Ένας άνθρωπος μόνος σε πλήρη αρμονία με την φύση. Μια παραλία δική του χωρίς τα βουητά και την καλοκαιρινή αναστάτωση. Ήθελε να καθίσει και άλλο μέσα άλλα γνώριζε ότι αυτό είναι επικίνδυνο. Άλλωστε είχε περάσει ήδη μισή ώρα.

Όταν βγήκε για άλλη μια φορά ο αέρας του χειμώνα τον πάγωσε ολοκληρωτικά. Μα το σώμα του δεν είχε δεχτεί ακόμα το τελικό σοκ. Το ντους που θα ακολουθούσε. Ένα δυο λεπτά ήταν αρκετά για να πάει στην καμπίνα, να σκουπιστεί και να αλλάξει. Η πετσέτα ακουμπούσε πάνω στο σώμα του και μετά βίας καταλάβαινε αν έχει σκουπιστεί η όχι. Περισσότερο πόνος ήταν , παρά αίσθηση. Το τρέμουλο του σώματος που προσπαθούσε να κερδίσει ξανά την θερμοκρασία του είχε ξεκινήσει εμποδίζοντας τον να φορέσει με ευκολία τα ρούχα του. Οι κινήσεις του ήταν αργές, προσεχτικές καθώς τα δάχτυλα δύσκολα υπάκουαν στις εντολές του εγκεφάλου.

Κατευθύνθηκε προς το αμάξι. Οι ενδορφίνες, κάτι σαν μορφίνη στον ανθρώπινο οργανισμό, είχαν απελευθερωθεί και μαζί τους οι αντικαταθλιπτικές και αναλγητικές τους ιδιότητες. Η ευφορία και η ζωντάνια που του προσέφερε απλόχερα το κρύο νερό, είναι αυτά που θα του δώσουν δύναμη για να το επαναλάβει την επόμενη φορά....

Παρελθόν - Το κελί 42

Αισθάνθηκε για άλλη μια φορά περιτριγυρισμένος από το παρελθόν του. Κοίταξε γύρω του τα τούβλα του κελιού. Γνώριζε οτι τα είχε τοποθετήσει αυτός ένα προς ένα στα 42 χρόνια της ζωής του. Όλες εκείνες οι επιλογές που είχε κάνει, οι στιγμές που είχε ζήσει, τα όνειρα που δεν είχαν πραγματοποιηθεί, οι αναμνήσεις που τον πληγώνουν, ήταν όλα εκεί και τον εγκλώβιζαν μειώνοντας την ευκινησία του στο παρόν. Κοίταξε κάτω και αναγνώρισε τις αλυσίδες στα πόδια του. Στο μονοπάτι της μοίρας ξεκίνησαν με αραχνοΰφαντους ιστούς και καθώς περνούσαν τα χρόνια και μειώνονταν οι επιλογές μετατράπηκαν σε βαριές αλυσίδες. Αρχικά σκέφτηκε πιθηκάκια είμαστε και ανεβαίνουμε ανάλαφρα το δέντρο της ζωής. Μπορούμε πολύ εύκολα να μεταπηδήσουμε από το ένα κλαδί του δέντρου στο άλλο. Όταν είμαστε στον κορμό μπορούμε να γευτούμε τους καρπούς οπουδήποτε κλαδιού και έχουμε την δυνατότητα να πάμε σε οποιαδήποτε διαδρομή. Μα όσο μεγαλώνει το δέντρο και απομακρυνόμαστε απο τον κορμό το κλαδί που βρισκόμαστε γίνεται και μικρότερο μέρος του δέντρου. Δυσκολευόμαστε να πάμε στα μακρινά κλαδιά κοιτάζοντάς τα με αδυναμία. Πως θα ήταν άραγε να είχα κάνει αυτό στη ζωή μου, η να μην είχα κάνει το άλλο; Πως θα ήταν ο εαυτός μου σε ενα παράλληλο σύμπαν με τις επιλογές που δεν έκανα, τους καρπούς τις ζωής που δεν έφαγα, αν οι σκοτεινές διαδρομές που πήρα είχαν φωτιστεί από το φως της τύχης και της λογικής; Συλλογιζόμενος το φως σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε από το παράθυρο του κελιού τις ακτίνες του ήλιου που παιχνίδιζαν στον τοίχο. Κοντοστάθηκε στο παράθυρο που μεγάλωνε καθώς το πλησίαζε. Κοίταξε έξω και είδε τον εαυτό του ήρεμο να κάθεται σε ενα βράχο δίπλα στην θάλασσα. Ήταν σούρουπο, καλοκαίρι και τα χρώματα του ήλιου μπερδεύονταν γλυκά με τα κυματιστά νερά της θάλασσας. Το αεράκι χάιδευε το πρόσωπο του μα δεν ήταν το μονο που του κρατούσε συντροφιά. Δίπλα του ηταν ενα κορίτσι. Είχε γείρει το κεφάλι της στον ώμο του χαμογελώντας και σιγοτραγουδούσε ταιριαστά με τους ήχους της φύσης «Εχω ενα παπάκι που όλο κάνει πα που όλο κάνει πα πα πα πα πα»....Μονομιάς διαλύθηκαν τα τούβλα τις φυλακής, έσπασαν οι αλυσίδες που είχε στα πόδια του, έφυγε η σκοτεινιά του κελιού του. Τώρα επέλεξε να μείνει εκεί. Στον βράχο...

Battlestar Galactica

Μια σειρά που ξεκινάς να την βλέπεις χαλαρά και που στην πορεία καθώς περνούν τα επεισόδια μετασχηματίζεται - ανατρέποντας την αρχική εντύπωση - στο καλύτερο δημιούργημα επιστημονικής φαντασίας που έχει υπάρξει ποτέ τα τελευταία χρόνια. Ένα ταίριασμα θρησκευτικού συναισθήματος , αισθησιασμού, μυθοπλασίας και ψυχισμού που οδηγεί σε πρωτόγνωρες συγκινήσεις. Εκεί που οι γραφές μπερδεύονται με την εσωτερική αναζήτηση και η ιστορία κάνει κύκλους ξανά και ξανά σε ένα απρόσμενο πεπρωμένο. Ο άνθρωπος φτιάχνει την μηχανή και η μηχανή στην προσπάθειά της να βελτιωθεί φτιάχνει τέλεια μοντέλα που μοιάζουν με ανθρώπους. Όχι μόνο εξωτερικά καθώς κάποια από αυτά αρχίζουν να ερωτεύονται ανθρώπους. Και έτσι η ιστορία επαναλαμβάνεται . Αυτό που για τους κύλωνες μοιάζει να είναι απεχθές και προσπαθούν να το εξοντώσουν με κάθε τρόπο, έρχεται ο έρωτας να το ανατρέψει. Ερωτηματικά και από τις δύο μεριές αν πλέον με τόσα κοινά χαρακτηριστικά μπορούν να αφανίσουν η μια φυλή την άλλη. Η ήρεμη φυσιογνωμία του κυβερνήτη Αντάμα και η σταθερότητα της φωνής του είναι φάρος μέσα στην τρικυμία της γενικότερης αστάθειας των τελευταίων μηνών , αναδεικνύοντας τον σε κορυφαία προσωπικότητα της σειράς. Άραγε θα μπορέσει ο δυναμικός έρωτας να νικήσει την στατικότητα των προγραμματισμένων κυλώνων; Θα μπορέσουν να συνυπάρξουν άνθρωπος και μηχανή; Έπεται η συνέχεια...

Αγκαλιά

Όλοι ψάχνουμε για μια μεγάλη αγκαλιά. Μεγάλη κινητήριος δύναμη. Για αυτήν φτιάχνουμε σχέσεις, για αυτήν χωρίζουμε. Μερικοί παντρεύονται γιατί βρήκαν την αγκαλιά που ονειρεύονταν. Άλλοι παίρνουν διαζύγιο γιατί ανακάλυψαν ότι δεν τους εκφράζει πλέον αυτή που έχουν. Άλλοι κάνουν σεξ μόνο και μόνο για να αγκαλιαστούν στιγμιαία με κάποιον. Και ας μην το καταλαβαίνουν. Όσοι έχουν πληγωθεί φοβούνται να αγκαλιάσουν, να εμπιστευτούν, να παραδοθούν στην ανασφάλεια του ανέλπιστου. Όσοι δε δεν έχουν σχέση είναι το μόνιμο πράγμα που τους λείπει. Δυο χέρια που θα τους αγκαλιάσουν και θα τους θυμίσουν την σιγουριά που ένοιωθαν τότε που ήταν παιδία. Δυο χέρια όχι παραπάνω. Τα πολλά χέρια σε κατσιάζουν. Καλή τύχη …

Κώδικας γυναίκα


Για άλλη μια φορά από το απόγευμα είχε μια παράξενη θλίψη που της θόλωσε τα μάτια. Είχε καταλάβει ότι είχε μια ευκαιρία να ζήσει όπως παλιά, δίπλα σε κάποιον, ευτυχισμένη. Φοβότανε όμως μήπως δημιουργηθούν οι ίδιες συνθήκες που την έφεραν σε αυτήν την κατάσταση. Να είναι μόνη και απογοητευμένη. Είχε στερηθεί πολλά στο παρελθόν και φοβότανε να αποκτήσει ομορφιά στην ζωή του μήπως τη χάσει και αυτή. Ίσως ήταν και θέμα χρόνου. Ίσως να μην είχαν κλείσει ακόμα οι πληγές, να μην είχαν απωθηθεί τόσο καλά οι αρνητικές θύμησες .Τώρα ήταν και πιο μεγάλη. Το περιβάλλον πιο πολύπλοκο γύρω της. Οι αλληλεπιδράσεις περισσότερες. Έπνιξε την θλίψη της στα δάκρυα. Το υγρό προσκέφαλό της ήταν η αντίθεση στην έρημο της ζωής της. Το δίλλημα μεγάλο και εκείνη πολύ μικρή για να το αντιμετωπίσει. Μα η ελπίδα καθόταν και έβλεπε αμέτοχη, σχεδόν απούσα . Γύρισε το βλέμμα της στην Ελπίδα και της είπε: «Ελπίδα μην σβήσεις, μην με αφήσεις, ΜΗ…»

Άδραξε την στιγμή.



Ο Γιώργος ξύπνησε το πρωί με ένα αγκομαχητό. Είναι για αυτόν άλλη μια δύσκολη μέρα. Ξεκινάει δουλειά το πρωί και τελειώνει το βράδυ. Έτσι περιμένει εγκλωβισμένος στις δυσάρεστες σκέψεις, να τελειώσει απλά και η σημερινή μέρα. Για να έρθει τι; Μία από τα ίδια την επόμενη;

Ήξερε ότι το πρωί έπρεπε η πρώτη του σκέψη να είναι ευγνωμοσύνη για αυτά που έχει. Να σκέφτεται τι είναι αυτό που περιμένει με αγωνία και ενθουσιασμό να κάνει σήμερα. Να σκέφτεται περισσότερο την θετική πλευρά της ζωής. Να μην είναι απλά και μόνο κλινικά ζωντανός, αλλά και ουσιαστικά. Τα ήξερε στην θεωρία μα στη πράξη …

Στην πράξη περνάγανε μέρες ολόκληρες χωρίς να υπάρχει καμία ευχαρίστηση. Μέρες χλωμές. Μέρες γκρίζες. Έτσι ζούσε ο Γιώργος μέχρι που σήμερα, καθώς περπατούσε σκυφτός στον δρόμο, άκουσε έναν ψίθυρο:

«ΖΗΣΕ ΟΣΟ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ. ΕΙΝΑΙ ΕΝΤΟΛΗ»

Γύρισε και δεν είδε κανέναν. Ένα περίεργο αεράκι φύσηξε το πρόσωπό του και τον αναζωογόνησε. Και από τότε δεν ήταν ποτέ ξανά ίδιος. Τώρα ζούσε…

28 weeks later


Μια μέρα ξύπνησα και όλα είχαν αλλάξει. Οι άνθρωποι δεν ήταν πια ίδιοι. Ίσως είναι ή θεοποίηση του χρήματος. Ισως και μια αόρατη απειλή για μαζικές καταστροφές στον πλανήτη. Τα βλέμματα έχουν γίνει απλανή. Θεέ μου η ζομποποίηση έχει ξεκινήσει. Τα ζόμπι το μόνο που θέλουν είναι να ρουφάνε αίμα. Το αίμα των συνανθρώπων τους. Άρχισαν να πολλαπλασιάζονται ... Είναι τόσα πολλά... Έρχονται... Ίσως είναι πολύ αργά. Καλύτερα έτσι. Να γινώ και εγώ ένα από αυτά. Να μην με νοιάζει τίποτα, παρά μόνο πώς θα ρουφήξω αίμα. Θα αφεθώ.
Όχι, όχι, προλαβαίνω να ξεφύγω. Τα βλέπω από μακριά να έρχονται τρέχοντας καταπάνω μου. ΔΕΝ ΘΑ ΜΕ ΚΑΝΕΤΕ ΟΜΟΙΟ ΣΑΣ. ΕΧΩ ΑΚΟΜΑ ΑΝΘΡΩΠΙΑ. Τρέχω με όλη την δύναμη που μου έχει απομείνει για να τους ξεφύγω. Μέχρι πότε αλήθεια δεν ξέρω. Κρύβομαι σε ένα υπόγειο. Εκεί έχω χρόνο να σκεφτώ. Είμαι χαρούμενος. Είμαι ακόμα άνθρωπος…

Αγνές ψυχές

Πριν από ένα χρόνο, ένα αγόρι και ένα κορίτσι ένα βράδυ που θύμιζε πολύ εκείνα τα βράδια της δεκαετίας τού 60, ένωσαν την μοίρα τους στον αγώνα της ζωής και από τότε είναι πάντα μαζί.
Εκείνη στην αρχή ήταν διστακτική και φοβισμένη, ένα πληγωμένο σπουργιτάκι όπως η ίδια δήλωσε. Εκείνος προσπάθησε πολύ για να την κάνει να τον εμπιστευτεί .
Τελικά του είπε διστακτικά το ΝΑΙ. Αποφάσισε να πει ναι στην ζωή , ναι στην αγάπη, ναι στην καρδιά της. Ίσως να την άγγιξε το αεράκι από τα βράδια εκείνα της δεκαετίας του 60. Ίσως να κατάλαβε το μεγαλείο της ψυχής . Ίσως να αφουγκράστηκε την διαίσθηση.
Το μυαλό και καρδιά θα θυμούνται για πάντα την μαγεία στα δρώμενα που ακολούθησαν στο κοντινό παγκάκι, μπροστά στην ύπαρξη χιλιάδων λάμψεων από τα φώτα της πόλης και κάτω από τα άστρα του ανοιξιάτικου ουρανού.

Τα περσινά πυροτεχνήματα

Ο Γιώργος ήταν μόνος στο σπίτι. Η ώρα ήταν έντεκα. Δεν περνούσε αυτή η γαμημένη η ώρα. Ο χρόνος πήγαινε απελπιστικά αργά. Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς. Και αυτός όπως και τόσοι άλλοι άνθρωποι βρέθηκε μόνος. Θυμότανε τις προηγούμενες πρωτοχρονιές. Γεμάτες από κόσμο, από ανθρώπους που τον αγαπούσαν και τους αγαπούσε. Όμως τώρα ήταν εκεί, στον καναπέ να βλέπει τηλεόραση. Στην ουσία δεν έβλεπε τίποτα. Άλλωστε τα μάτια του ήταν θολά από τα δάκρυα. Το κορμί του κουλουριασμένο, σε εμβρυική στάση. Τα χέρια του σταυρωμένα. Μια ώρα πέρασε και τις σκέψεις του διέκοψε η αντίστροφή μέτρηση. Επτά , έξι , πέντε, τέσσερα, τρία, δύο ένα, ευτυχισμένο το νέο έτος. Τα πρώτα πυροτεχνήματα ακουστήκανε. Σηκώθηκε από τον καναπέ. Βγήκε στο μπαλκόνι της καινούργιας του κατοικίας. Μπορούσε να τα βλέπει ξεκάθαρα. Σκέφτηκε πόσο τρελό ήταν να βλέπει κάτι τόσο όμορφο και να αισθάνεται τόσο άσχημα. «Στο διάολο όλα» ξεστόμισε χωρίς να το θέλει και μπήκε μέσα στο σπίτι. Από τις διπλανές πόρτες της πολυκατοικίας ακούγονταν χαμόγελα, φωνές χαράς, μετακινήσεις ανθρώπων. Σύρθηκε προς το κρεβάτι και προσπάθησε να κοιμηθεί. Δεν ήθελε να σκέφτεται τίποτα. Μα οι σκέψεις πολλές. Πολλές και βασανιστικές…
«Γιώργο, έλα θα έρθεις μέσα ή θα την βγάλεις στο μπαλκόνι. Σε λίγο αλλάζει ο χρόνος» ακούστηκε μια γνώριμη φωνή. Ο Γιώργος έφυγε από το μπαλκόνι. Μπήκε μέσα. Φίλησε αγαπημένα του πρόσωπα. Ευτυχώς φέτος ήταν διαφορετικά…
Υπάρχει ακόμα ελπίδα….
Άλλος ένας χρόνος έφυγε… Χρόνια πολλά.

Το γράμμα ενός μεγάλου παιδιού.

Άγιε μου Βασίλη. Αντίθετα με τους άλλους δεν θα σου ζητήσω κάτι να μου φέρεις, αλλά κάτι να μου πάρεις. Για αυτό λοιπόν σου ζητώ να μου πάρεις μια συγκεκριμένη ρυτίδα από το μέτωπο. Την ρυτίδα που βρίσκεται εκεί ανάμεσα στα φρύδια. Αυτή την άσχημη, βαθιά θεόστραβη ρυτίδα. Άσχημη όσο οι καταστάσεις που την δημιούργησαν. Βαθιά όπως κα τα σημάδια που άφησε πίσω της. Στραβή όπως η μοίρα μερικών στην ζωή. Ένα πρωινό θέλω να σηκωθώ και να κοιταχτώ στον καθρέφτη και να μην υπάρχει, έτσι απλά και εύκολα, τόσο γρήγορα και εύκολα όσο δημιουργήθηκε. Θα περιμένω…

Beauty and the Βeast


«Είσαι όμορφη»

Όταν σε βλέπω παθαίνω. Η καρδιά μου αρχίζει να χτυπά δυνατά. Το βλέμμα μου δεν μπορεί να ξεκολλήσει από πάνω σου. Τα μαλλιά σου ανεμίζουν καθώς γυρίζεις να με κοιτάξεις. Το βλέμμα σου είναι το μόνο που ζητάω να βλέπω. Όταν γελάς γελάει μαζί σου η καρδιά μου. Το χαμόγελο σου είναι το βάλσαμο σε όλους τους πόνους μου. Θα ήθελα να σε ακούσω , να σε μυρίσω, να σε αγγίξω. Είσαι ότι ωραιότερο υπάρχει στην ζωή μου. Δεν θέλω τίποτα από σένα. Αγάπη χωρίς όρια αλλά και χωρίς ανταλλαγές. Θα ήθελα να είμαι μαζί σου συνέχεια. Θα ήθελα να κρατήσω για πάντα το συναίσθημα που έχω όταν είμαι μαζί σου, έστω και για λίγο. Είσαι η τελευταία σκέψη πριν κοιμηθώ και η πρώτη σκέψη όταν ξυπνήσω. Νοιώθω αδύναμος μπροστά στην ομορφιά σου. Νιώθω ανυπεράσπιστος όταν είμαι δίπλα σου. Σε έχω ερωτευτεί, μα δεν το ξέρεις. «Είσαι όμορφη» και δεν θέλω να ξέρω όλα τα άλλα…

«Είμαι άσχημος»

Καλύτερα έτσι. Καλύτερα που δεν ξέρεις ότι σε έχω ερωτευτεί. Αν το μάθεις θα με εκμεταλλευτείς και εσύ όπως και τόσες άλλες ... Θα θέλεις να είμαι δυνατός και ταυτόχρονα να σε αγαπώ. Δεν ξέρεις ότι αυτός που αγαπά είναι ευάλωτος, τρωτός. Θα ψάξεις σε μένα να βρεις τον Κούρκουλο ενώ εσύ δεν είσαι πια η Ζωή Λάσκαρη και πολύ περισσότερο δεν μπορείς να παίξεις στον «κατήφορο». Θα είσαι μαζί μου για να σου προσφέρω, να σε εξυπηρετώ. Θα θέλεις να ενασχολείσαι με εμένα από το πρωί μέχρι το βράδυ, πιστεύοντας ότι έτσι θα γεμίσει η κενή μίζερη ζωή σου. Όταν καταλάβεις ότι δεν παίζω πρωταγωνιστικό ρόλο στο σενάριο που έχεις πλάσει στο μυαλό σου, θα με πετάξεις στον κάλαθο των αχρήστων, νομίζοντας ότι εγώ φταίω για όλα. Και μετά θα είσαι περισσότερο κενή και μίζερη, μα δεν θα το παραδεχτείς ποτέ. Θα λες ότι περνάς καλά και ας κλαις από το πρωί μέχρι το βράδυ. Θα πείσεις τον εαυτό σου ότι δεν άξιζα για να μην τρελαθείς. Και μετά θα ψάξεις για άλλον και άλλον γιατί θα θες κάποιον που τα έχει όλα, ή τουλάχιστον στην αρχή έτσι θα νομίζεις. Κάποιον που να σε κάνει να αισθάνεσαι, γιατί αυτό είναι πιο δυνατό από όλα. «Είμαι άσχημος» και θα θέλεις να ξέρεις τα πάντα…

Η επιλογή

Το «βασιλόπουλο» καθότανε στο «κάστρο του» και σκεφτόταν για την άγνωστη αγαπημένη του. Τότε ακούστηκε ένας περίεργος θόρυβος, αισθάνθηκε ένα αεράκι στο πρόσωπό του και εμφανίστηκαν από το πουθενά, μαγικά πάνω στο κρεβάτι του δύο γράμματα : «Είσαι όμορφη», «Είμαι άσχημος». Τα άνοιξε. Τα διάβασε. Σκέφτηκε πολύ. Θα έστελνε ένα από τα δύο. Άραγε ποιο να ήταν;


Το δάσος

Ήταν μια φορά και έναν καιρό ένας άνθρωπος που περπάταγε στο δάσος. Στην διαδρομή αυτή του έμαθαν να έχει αξίες και ιδανικά. Νόμιζε ότι με αυτά θα μπορούσε να συνεχίσει χωρίς προβλήματα την πορεία του στο δάσος. Πίστευε ότι και οι υπόλοιποι γύρω του έχουν το ίδιο σύστημα αξιών και δεν ήταν λίγοι αυτοί που βρήκε στην διαδρομή και γίνανε ομάδα μαζί του. Μα στην πορεία του παρουσιάστηκε μπροστά του ένα θηρίο άγριο, μανιασμένο. Προσπάθησε να το αντιμετωπίσει με τις αξίες του. Μάταια. Προσπάθησε να το αντιμετωπίσει με τα ιδανικά του. Μάταια. Το θηρίο τον πλήγωσε, τον γέμισε δαγκωνιές, παραλίγο να τον σκοτώσει. Μα κάπως του ξέφυγε. Κρύφτηκε ,αποτραβήχτηκε σε μια σπηλιά, για να επουλώσει τις πληγές του. Εκεί είδε χαραγμένο πάνω σε ένα βράχο «επιβίωση σημαίνει διατήρηση στη ζωή ύστερα από την αντιμετώπιση αντίξοων συνθηκών» Τώρα περιμένει να γίνει καλά. Το βλέμμα του είναι κολλημένο στο βράχο…

Emo

Το όνομα μου είναι Εμο Τα μαλλιά μου πέφτουν πάνω στο ένα ή και στα δύο μάτια μου για να μην βλέπω την ασχήμια ετούτου του κόσμου Φοράω στενά παντελόνια για να φαίνεται πόσο αδύναμος είμαι. Έχω τρυπήσει όλο μου το σώμα με σκουλαρίκια για να εκφράσω την αντίδραση μου. Μου πήραν την αγάπη και την αγνότητα και το μόνο που μου έδωσαν είναι ένα κινητό, το κινητοσκουλαρίκι μου. Είμαι 17 ετών και προσπαθούν να με πείσουν όλοι να διαβάσω. Εγώ όμως ξέρω πως ότι και να κάνω η ανεργία με περιμένει. Δεν ξέρω πως να φτιάξω τον κόσμο καλύτερο. Το σχολείο είναι πολύ άσχημο για μένα. Κάνω κατάληψη μόνο και μόνο για να το αποφύγω, να ξεφύγω, να χαθώ. Φοράω μαύρα για να δείξω το πώς αισθάνομαι μέσα μου. Κάθε μέρα που περνάει είναι γκρίζα. Όχι δεν έχω μάθει να νιώθω και να αισθάνομαι πάρα πολύ όσο οι μεγάλοι. Από αυτό όμως που μπορώ να αισθανθώ τώρα, καταλαβαίνω την έλλειψη νοήματος στην ζωή μου. Εκτός από το να ακούω μουσική, όλη την ώρα . Άλλη μια κάλυψη των αισθήσεών μου. Το όνομα μου είναι Εμο και αισθάνομαι…




Το στερητικό σύνδρομο

Όταν ήρθε στην ζωή πριν από πέντε χρόνια και την έπιασε στα χέρια του ένιωσε ότι έπιανε τον κόσμο όλο. Δέθηκε μαζί της τόσο πολύ. Όχι δεν ήταν από τους μπαμπάδες που δεν ασχολούνται με τα παιδιά τους. Αντίθετα μάλιστα. Νόμιζε ότι θα την βλέπει και θα συνεχίσει να την βλέπει να μεγαλώνει… Τέσσερις μήνες χρειάστηκαν για να ανατραπούν όλα και πριν προλάβει η κόρη του να κλείσει τα τέσσερα αυτός αναγκάστηκε σε τέσσερις μέρες να φύγει από το σπίτι. Τώρα την βλέπει όπως ορίζει ο νόμος και η τυπική μάνα της. Ζητιάνος για το ίδιο του το παιδί. Αυτό το Σαββατοκύριακό δεν είναι το δικό του και για άλλη μια φορά δεν τον χωράει ο τόπος. Τριγυρνάει στο σπίτι πάνω κάτω σαν το ζώο στο κλουβί. Θα ήθελε να την πάρει τηλέφωνο να συναντηθεί μαζί της, να την αγκαλιάσει, μα πρέπει να περιμένει μέχρι την επόμενη Τετάρτη. Αναπολεί την φωνούλα της να του λέει «Μπαμπά σε αγαπάω, τόσο λίγο θα μείνουμε μαζί…» και να του φιλάει το χέρι, λες και είναι παπάς. Αυτός ο καταραμένος… Γυρίζει στην πραγματικότητα. Ο χρόνος έχει σταματήσει. Οι δείκτες του ρολογιού δεν κινούνται πια. Το σύνδρομο «της στέρησης μικρού παιδιού» τον έχει ξαναπιάσει. Μόνο μια εσωτερική κραυγή προσπαθεί να βρει το δρόμο της, από τα εσώψυχά του προς τα έξω… Σ’ ΑΓΑΑΠΑΑΑΩΩΩ… Άραγε το άκουσε κόρη του;

Πράγματα


Ξύπνησε για άλλη μια φορά μόνος στο διπλό κρεβάτι. Μια δική του ίσως προσωπική επιλογή. Παρόλο που είχε περάσει αρκετός καιρός συνέχισε να κοιμάται στην δική του την πλευρά και όχι στο κέντρο. Ήταν αρκετά νωρίς και δεν είχε βάλει ξυπνητήρι. Εδώ και καιρό το ξυπνητήρι ήταν στο κεφάλι του, όπως και τόσα άλλα... Σηκώθηκε πάνω και κοίταξε στον καθρέφτη. Τα μαλλιά του μπλεγμένα, ακούρευτα, το πρόσωπό του αξύριστο, ,κουρασμένο και τα μάτια θολά από το πότο της προηγούμενης νύχτας. Άνοιξε το παράθυρο για να μπει το φως του ήλιου Κοίταξε απέναντι από το κρεβάτι στην τηλεόραση. Δεν την είχε χρησιμοποιήσει εδώ και αρκετό καιρό όπως και τόσα άλλα… Αναλογίστηκε: δύο υπολογιστές, δυο LCD τηλεοράσεις, τρία dvd players, δύο Hi Fi ενισχυτές, έξι Hi Fi ηχεία, αυτός, ένας άνθρωπος και οι τέσσερις τοίχοι, εβδομήντα τετραγωνικά γεμάτα πράγματα που δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Πράγματα που καθώς τα πλησίαζε, κάθε ένα από αυτά του ψιθύριζε : Πού βρίσκεται η αγάπη;